διόρθωση ληξιαρχικών πράξεων – αλλαγή κυρίου ονόματος

  Χρήστος Μέμτσας   Μαΐ 16, 2017   Uncategorized   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο διόρθωση ληξιαρχικών πράξεων – αλλαγή κυρίου ονόματος

Το γραφείο μας χειρίστηκε υποθέσεις με αντικείμενο την διόρθωση ληξιαρχικών πράξεων. Στις περιπτώσεις αυτές οι αιτούντες ζητούσαν από το Δικαστήριο είτε την συμπλήρωση ενός επιπλέον κυρίου ονόματος στην ληξιαρχική πράξη γεννήσεως τους, είτε την διόρθωση του εσφαλμένων αναγραφόμενων στοιχείων στην ληξιαρχική πράξη του κληρονομούμενου θανόντος, είτε την διαγραφή του κυρίου ονόματος και την αντικατάστασή του από άλλο κύριο όνομα. Νομικό πλαίσιο των εν λόγω αιτήσεων  αποτελεί ο νόμος Ν. 344/1976 (περί ληξιαρχικών πράξεων) και το άρθρο 58 Α.Κ, η δε αρμοδιότητα των δικαστηρίων θεμελιώνεται στο άρθρο 782 Κ.Πολ.Δ (εκουσία δικαιοδοσία), .

Απόφαση 617/2014  Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου (διόρθωση ληξιαρχικής πράξης και συμπλήρωση κυρίου ονόματος)

«……Στην προκείμενη περίπτωση, η αιτούσα με την κρινόμενη αίτησή της ζητεί τη διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησης- βάπτισής της, με αριθμό …..τόμος…..έτος… που συντάχθηκε από το ληξίαρχο του Δήμου Αμαρουσίου Αττικής, και ειδικότερα ζητεί την προσθήκη στο κύριο όνομά της «Α» του ονόματος «Ε», ήτοι τη μεταβολή του κυρίου ονόματός της από το απλό «Α» στο σύνθετο  «Α-Ε» .

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η αίτηση αρμοδίως εισάγεται καθ’ ύλη και κατά τόπο για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739,740 παρ. 1, 748 παρ.2 και 782,22 Κ.Πολ.Δ) και είναι νόμιμη σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 1 Ν. 344/1976 «περί ληξιαρχικών πράξεων» και 782 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί στην ουσία της, δεδομένου ότι έχει τηρηθεί η προδικασία που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 74? παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (βλ. υπ’ αριθ. 3474/22-92014 έκθεση επίδοσης του διορισμένου στο Πρωτοδικείο Αθηνών δικαστικού επιμελητή Κ. Σ. προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών).

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεση της μάρτυρος Δ. Κ., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και κατέθεσε όσα γνώριζε από δική της αντίληψη, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει η αιτούσα, αποδείχθηκαν τα εξής : Η αιτούσα έλαβε το κύριο βαπτιστικό όνομα «Α.», συνταγείσης προς τούτο της με αριθμό …./τόμος…../19… ληξιαρχικής πράξης γέννησης και βάπτισης που συντάχθηκε από τον ληξίαρχο του Δήμου Αμαρουσίου Αττικής. Από μικρή αποκαλείται στις κοινωνικές συναναστροφές, στο σχολείο με το όνομα «Ε.», στον επαγγελματικό της κύκλο είναι γνωστή ως «Ε.». Όταν κατά τις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2010 υπήρξε υποψήφια δημοτική σύμβουλος με τον συνδυασμό «……..» στο ψηφοδέλτιο αναγραφόταν εντός παρενθέσεως με το όνομα «Ε.». Το όνομα «Α.» δεν το χρησιμοποιεί.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω είναι πρόδηλο το έννομο συμφέρον της αιτούσας να ζητήσει να διορθωθεί η καταχώρηση του κυρίου ονόματός της στην ληξιαρχική πράξη γέννησης- βάπτισης……»


Απόφαση 461/2016 Ειρηνοδικείου Πειραιώς (διόρθωση ληξιαρχικής πράξης θανούσης  κατόπιν αιτήσεως των νομίμων κληρονόμων αυτής)

«…….Οι αιτούντες, επικαλούμενοι άμεσο έννομο συμφέρον, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της μητέρας τους «Ε Μ…ου ή Μ…….η» ζητούν από το Δικαστήριο να διορθωθεί η ληξιαρχική πράξη θανάτου αυτής, που συντάχθηκε από τον Ληξίαρχο Περάματος, αφενός ως προς το επώνυμο της θανούσης από το εσφαλμένο «Μ….ου» στο ορθό «Μ…….η», αφετέρου ως προς το όνομα της μητέρας της ίδιας από το εσφαλμένο «Σ Δ.» στο ορθό «Φ Δ.» ή «Φ Δ. το γένος Σ». Με το περιεχόμενο αυτό η αίτηση αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον φέρεται για να δικαστεί από το Δικαστήριο αυτό με την προκειμένη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 9, 13, 15, 34 του Ν. 344/1976, «Περί ληξιαρχικών πράξεων», σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 782 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι τηρήθηκε η προδικασία που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 748§2 ΚΠολΔ (βλ. την υπ’ αριθμ. 4610/26.07.2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Κ Σ, προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς). Από την ανωμοτί επ ακροατηρίω εξέταση του πρώτου εκ των αιτούντων, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και από τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν με τ  επικλήσεως οι αιτούντες αποδεικνύεται ότι στις …0….2016 απεβίωσε στην Αθήνα η μητέρα των αιτούντων Ε. Μ., θυγατέρα Π. Α., προς τούτο δε συντάχθηκε Ληξιαρχική Πράξη Θανάτου του Ληξίαρχου Περάματος (βλ. από .. απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξίαρχου Περάματος, καταχωρηθείσης στα βιβλία του Ληξιαρχείου του Δήμου Περάματος με Αριθμό  στον Τόμο  του έτους ). Πλην όμως, επί της ως άνω ληξιαρχικής πράξης εσφαλμένα αναγράφεται το επώνυμο της αποβιωσάσης μητέρας των αιτούντων εσφαλμένο «Μ……ος» στο ορθό «Μ…….ης» Ήδη από το έτος 19…. ο σύζυγός της ως άνω θανούσης Γ.Μ. του Σ. είχε προβεί στη διόρθωση του επωνύμου του από το εσφαλμένο Μ……ος στο ορθό «Μ……..ης» [βλ. προσκομισθέν από ….0…19…. με αριθμό πρωτ. …… Πιστοποιητικό του Δημάρχου Κερατσινίου, όπου γίνεται μνεία ότι η διόρθωση έλαβε χώρα δυνάμει της ΑΔ 574/73 (Ν. Αττ. 25879/73)].

 Τόσο δε η ίδια, όσο και ο σύζυγος και τα τέκνα αυτών-αιτούντες εμφαίνονται στο από …0..20…. και με αριθμό πρωτ. ……. προσκομισθέν πιστοποιητικό οικογενειακής Κατάστασης του Δήμου Κερατσινίου-Δραπετσώνας φέροντες το  επώνυμο «Μ………ή», ενώ το «Μ……ή» χρησιμοποιούσε στις εν γένει κοινωνικές της συναναστροφές. Περαιτέρω, επί της ως άνω ληξιαρχικής πράξης θανάτου εμφιλοχώρησε μια ακόμη ανακρίβεια, ως προς τη μητέρα της αποβιωσάσης μητέρας των αιτούντων. Η μητέρα της Ε. Μ. εμφαίνεται εκεί να ονομάζεται Σ. Δ,. Σ., όμως ήταν το γένος αυτής, ήτοι ήταν θυγατέρα Γ. Σ., ενώ μετά τη σύναψη γάμου με τον Π. Φ. το έτος 19… (βλ. προσκομισθείσα …… Ληξιαρχική Πράξη Γάμου του Ληξιαρχείου Αθηνών), έλαβε νομίμως το επώνυμο του συζύγου της, συνεπώς ακριβές είναι ότι η μητέρα της Ε. Μ. ονομαζόταν Φ. Δ. το γένος Σ.. Ως Φ. Δ., εμφαίνεται δε η μητέρα της θανούσης και στο με αριθμό πρωτ……. προσκομισθέν πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Κερατσινίου-Δραπετσώνας. Το δε γεγονός της εσφαλμένης καταχωρήσεως του επωνύμου και του μητρωνύμου της αποβιωσάσης μητέρας των αιτούντων στην υπό διόρθωση ληξιαρχική πράξη θανάτου αυτής, δημιουργεί στους αιτούντες σοβαρές δυσκολίες κάθε φορά που το έγγραφο αυτό χρειάζεται να προσκομιστεί ως απαιτούμενο δικαιολογητικό στις καθημερινές δημόσιες συναλλαγές τους, εν όψει της τακτοποίησης των κληρονομικών εκκρεμοτήτων, καθόσον προκαλείται σύγχυση.

Ενόψει όλων των ανωτέρω αλλά και του προφανούς εννόμου συμφέροντος των αιτούντων, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων θανούσης μητέρας τους (βλ. το με αρ. πρωτ. ……… Πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Πειραιά περί μη Δημοσίευσης Διαθήκης) , πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικώς βάσιμη η υπό κρίση αίτηση και να διορθωθεί η ως άνω ληξιαρχική πράξη θανάτου αφενός ως προς το επώνυμο της θανούσης από το εσφαλμένο «Μ……..ου» στο ορθό «Μ……..ή», αφετέρου ως προς το όνομα της μητέρας της ίδιας από το εσφαλμένο «Σ. Δ.» στο ορθό «Φ. Δ. το γένος Σ.»

Απόφαση 124/2017 Ειρηνοδικείου Τριπόλεως (διαγραφή κυρίου ονόματος και αντικατάστασή του από άλλο κύριο όνομα. Η περίπτωση αυτή είναι ιδιαιτέρως συνηθισμένη σε περιπτώσεις τέκνων αλλοδαπών υπηκόων, τα οποία γεννήθηκαν στην Ελλάδα και είτε με την διαδικασία της ονοματοδοσίας είτε του μυστηρίου της βαπτίσεως κατά την Ορθόδοξη Χριστιανική θρησκεία έλαβαν όνομα το οποίο διαφέρει από το όνομα το οποίο αναγράφεται στο διαβατήριό τους)

«………Στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα, με την υπό κρίση αίτησή της, ζητεί, επικαλούμενη άμεσο έννομο συμφέρον, να διορθωθεί η ληξιαρχική πράξη γεννήσεως και βαπτίσεως της ως προς το κύριο όνομα της ιδίας και της μητέρας της και ειδικότερα : α) να διαγραφεί το κύριο όνομα Κ και αντί αυτού να εγγραφεί το ορθό όνομα Β, β) να διορθωθεί η εσφαλμένη καταχώρηση του ονόματος της μητέρας της από το εσφαλμένο Μ. στο ορθό Μ..

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αίτηση παραδεκτά και αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την προκειμένη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739,740 παρ.1 και 782 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι δε νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 13 παράγραφος 1 του Ν.344/1976 «Περί Ληξιαρχικών Πράξεων» σε συνδυασμό με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 14 του ίδιου νόμου, όπως έχει αντικατασταθεί με την παράγραφο 6 του άρθρου 14 του Ν. 2503/1997 (ΦΕΚ Α 107), του άρθρου 5 παράγραφος 1 του ισχύοντος Συντάγματος καθώς και του άρθρου 782 Κ.Πολ.Δ.

Επομένως η κρινόμενη αίτηση πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζήτησης της έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη από την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 748 του Κ.Πολ.Δ. προδικασία (βλ. την υπ’ αριθμ. 6003/14.03.2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ναυπλίου Σ. Κ., από την οποία προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με πράξη ορισμού δικάσιμου και κλήση για την συζήτηση της κατά την προσδιορισθείσα δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Τρίπολης).

Από όσα εκτέθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αιτούσας προφορικώς κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος Β. Ν. που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και κατέθεσε όσα γνώριζε από δική του αντίληψη, καθώς και από όλα τα έγγραφα, που νομίμως προσκομίζει και επικαλείται η αιτούσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η αιτούσα γεννήθηκε την …..19….. στην πόλη της Τρίπολης του νομού Αρκαδίας όπου διέμεναν οι γονείς της ως νόμιμοι μετανάστες από την Α.. Το γεγονός της γέννησης της δηλώθηκε άμεσα, την ….0.19…., στα ληξιαρχικά βιβλία του αρμοδίου ληξιαρχείου Τριπόλεως με αριθμό ….., στον τόμο ….., του έτους 1….. Μετά τη γέννηση της, έλαβε το όνομα Β. (V.) σύμφωνα με την ισχύουσα διαδικασία της ονοματοδοσίας. Με το εν λόγω κύριο όνομα, καταχωρήθηκε το ληξιαρχικό γεγονός της γέννησης της και στα οικία δημοτολόγια της Α., όπου βρίσκεται η οικογενειακή μερίδα αυτής και των γονέων της και βάσει της ανωτέρω δηλώσεως, της χορηγήθηκε διαβατήριο από της Δημοκρατία της Α.  με στοιχεία V. D.

Την .. ήτοι πέντε έτη μετά την γέννηση της, η αιτούσα βαπτίστηκε Χριστιανή Ορθόδοξη κατά του θείους και ιερούς κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και έλαβε το όνομα Κ.. Όμως, κατά τη καταχώρηση της σχετικής δήλωσης βαπτίσεως της, καταχωρήθηκε ως μοναδικό κύριο όνομά της το όνομα Κ., ενώ απαλείφθηκε εντελώς το όνομα Β.. Όταν η αιτούσα βαπτίστηκε χριστιανή ορθόδοξη, σε ηλικία 5 ετών είχε ήδη συνηθίσει και αποδεχτεί την προσφώνηση της με το όνομα  Β. (V.) με αποτέλεσμα το όνομα Κ. να μην το χρησιμοποιεί στις κοινωνικές και φιλικές συναναστροφές της, ούτε κατά την παιδική και εφηβική της ηλικία ως μαθήτρια όπως αποδεικνύεται από σχετικές βεβαιώσεις σπουδών που προσκόμισε η αιτούσα, αλλά ούτε και τώρα ως ενήλικη στις πάσης φύσεως συναλλαγές της. 

Επιπλέον, στην ανωτέρω ληξιαρχική πράξη έχει αναγραφεί εσφαλμένα το κύριο όνομα της μητέρας της Μ. Ν.. Έτσι αντί του ορθού ονόματος «Μ», έχει καταχωρηθεί το εσφαλμένο «Μ», το οποίο πρέπει να διορθωθεί διότι τα ονόματα των γονέων είναι κρίσιμα στοιχεία διαπίστωσης της ταυτότητας ενός ατόμου και πρέπει να είναι ορθά καταχωρημένα. Επιπλέον η εσφαλμένη αυτή αναγραφή του κυρίου ονόματος της μητέρας της έρχεται σε αντίθεση με τα λοιπά έγγραφα τα οποία διαθέτει προερχόμενα είτε από την ελληνική πολιτεία (πχ τίτλοι σπουδών) είτε από την αλβανική δημοκρατία (πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης) συνοδευόμενο από επίσημη μετάφραση στην οποία το όνομα της μητέρας της M μεταφράζεται ορθά από την μεταφραστική υπηρεσία του ελληνικού Υπουργείου Εσωτερικών, ως Μ.

Η αιτούσα έχει πρόδηλο έννομο συμφέρον για τη διόρθωση της ανωτέρω ληξιαρχικής γεννήσεως και βαπτίσεως της διότι η αναγραφή δύο διαφορετικών κυρίων ονομάτων σε επίσημα έγγραφα,  δημιουργεί πραγματική σύγχυση στις συναλλαγές της με τους επισήμους κρατικούς φορείς και δη κατά την υποβολή αιτήσεως για την χορήγηση της ελληνικής ιθαγένειας. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι το διαβατήριο της, βάσει του οποίου έχει λάβει την άδεια παραμονής της, αναγράφει το όνομα Β., ενώ όταν της ζητείται η προσκόμιση του πιστοποιητικού γεννήσεως της, σε αυτό αναγράφεται το όνομα Κ..

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να διορθωθεί η ανωτέρω ληξιαρχική πράξη γεννήσεως και βαπτίσεως της αιτούσας ως προς το κύριο όνομά της και ως προς το κύριο όνομα της μητέρας της, σύμφωνα με όσα ορίζονται εις το διατακτικό…»

 

 

Comments are closed.

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

 

Αστικό δίκαιο είναι το γενικό ιδιωτικό δίκαιο, δηλαδή το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν τις έννομες σχέσεις της ζωής του κοινού ανθρώπου. Η καθημερινότητα μας, οι συναλλαγές μας, οι σχέσεις με την οικογένεια, η απόκτηση και διαφύλαξη της περιουσίας μας ρυθμίζονται από τους κανόνες αυτούς. Στο πλαίσιο των ως άνω κανόνων, τίθενται οι θεμελιώδεις αρχές των συναλλαγών, όπως επί παραδείγματι η ικανότητα του ατόμου να συνάπτει – συμμετέχει σε μία νόμιμη πράξη (δικαιοπραξία), η εκπροσώπηση και αντιπροσώπευσή του, ή  η ερμηνεία μιας σύμβασης, είναι κάποια από τα θέματα που ρυθμίζονται από το αστικό δίκαιο (γενικές αρχές αστικού δικαίου, άρθρα 1-286 Α.Κ.).

Ενδεικτικά παραδείγματα από την καθημερινή πραγματικότητα, τα οποία ρυθμίζονται από τους κανόνες του αστικού δικαίου είναι οι συμβάσεις που συνάπτουμε με φυσικά ή νομικά πρόσωπα (π.χ. τράπεζες), οι αγοραπωλησίες που πραγματοποιούμε, οι συμφωνίες που καταρτίζουμε για παροχή υπηρεσιών, οι μισθώσεις των ακινήτων, οι δανειακές, αλλά και γενικότερες υποχρεώσεις που αναλαμβάνουμε στα πλαίσια συμβατικών σχέσεων, η αποκατάσταση της ζημίας που υποστήκαμε ή προκαλέσαμε (ενοχικό δίκαιο, άρθρα 287-946 Α.Κ ). Επίσης από το αστικό δίκαιο ρυθμίζονται  η προστασία των δικαιωμάτων όπως η κυριότητα ή η νομή επί κινητών ή ακινήτων, τα βάρη επ΄ αυτών (ενέχυρο, υποθήκη κ.λ.), η κτήση της κυριότητας μέσω μεταβιβάσεως ή χρησικτησίας κ.λ.π (εμπράγματο δίκαιο, άρθρα 947-1.345 Α.Κ.).

Επιπροσθέτως, ο γάμος ή το διαζύγιο, η σχέση των συζύγων, των γονέων με τα τέκνα, τα δικαιώματα διατροφής, η υιοθεσία ενός παιδιού και εν γένει οι σχέσεις που δημιουργούνται σε μία οικογένεια αποτελούν μέρος των ρυθμίσεων του αστικού δικαίου (οικογενειακό δίκαιο, άρθρα 1.346-1.694 Α.Κ ).

Τέλος, τα θέματα που άπτονται των κληρονομικών δικαιωμάτων, οι δικαιούχοι της κληρονομιάς, αλλά και η εγκυρότητα της διαθήκης ρυθμίζονται από τις διατάξεις του αστικού δικαίου (κληρονομικό δίκαιο, άρθρα 1.710 – 2.035 Α.Κ).

×
ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

 

Ποινικό δίκαιο είναι το σύνολο το κανόνων που προσδιορίζουν τα γενικά και ειδικά χαρακτηριστικά μιας αξιόποινης συμπεριφοράς που εμφανίζει ιδιάζουσα ηθικοκοινωνική απαξία (έγκλημα), καθορίζοντας ταυτόχρονα και τον τρόπο τιμωρίας της (ποινή). Πρωταρχικός σκοπός του ποινικού δικαίου είναι η εμπέδωση της κοινωνικής ειρήνης μέσω της προστασίας των ηθικοκοινωνικών αξιών, οι οποίες θεμελιώνουν την έννομη τάξη. Τα εγκλήματα με κριτήριο την ποινή που προβλέπεται από το νόμο τριχοτομούνται α) σε πταίσματα, με προβλεπόμενη ποινή κράτηση ή πρόστιμο, β) σε πλημμελήματα με προβλεπόμενη ποινή φυλάκιση, χρηματική ποινή ή περιορισμό σε σωφρονιστικό κατάστημα και γ) σε κακουργήματα με προβλεπόμενη ποινή την κάθειρξη. Τα πραγματικά περιστατικά που εξετάζουμε για να διαπιστώσουμε εάν τελείται ένα έγκλημα βάσει του αντίστοιχου κανόνα δικαίου είναι η ύπαρξη  πράξης ή παράλειψης, η πλήρωση της αντικειμενικής υπόσταση ενός εγκλήματος, το άδικο, ο καταλογισμός, η πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, ο δόλος, η αμέλεια και τέλος το τιμωρητό, καταλήγοντας ανάλογα με τα στοιχεία της κάθε περίπτωσης σε επιβολή ποινής, περιοριστικού μέτρου, ή και σε καμιά ποινική κύρωση όταν υφίστανται επί παραδείγματι οι λόγοι άρσης του αδίκου (άμυνα, έκτακτη ανάγκη), του καταλογισμού (ψυχώσεις κλπ), ή του αξιοποίνου (παραγραφή).

Συμπεριφορές που χαρακτηρίζονται ως αξιόποινες από την ελληνική πολιτεία είναι επί παραδείγματι  τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας όπως η κλοπή (372 επ Π.Κ), η υπεξαίρεση (375 Π.Κ), η ληστεία (380 Π.Κ), η φθορά ξένης ιδιοκτησίας (381 Π.Κ), επίσης τα εγκλήματα κατά της περιουσίας όπως η εκβίαση (385 Π.Κ), η απάτη (386 Π.Κ), η απάτη με υπολογιστή (386Α). Επιπλέον τα εγκλήματα κατά της ζωής, όπως η ανθρωποκτονία με πρόθεση (299 Π.Κ), οι σωματικές βλάβες (308 επ. Π.Κ) κ.λ.. Συνήθεις συμπεριφορές της καθημερινότητας που χαρακτηρίζονται ως εγκλήματα από τον Π. Κ είναι τα εγκλήματα κατά της τιμής όπως  η εξύβριση (361 Π.Κ), η δυσφήμιση (362 Π.Κ) κ.λ..

Πέραν του Π.Κ και άλλα νομοθετήματα χαρακτηρίζουν μια συγκεκριμένη συμπεριφορά ως αξιόποινη και προβλέπουν την επιβολή αντίστοιχης ποινής, όπως είναι επί παραδείγματι η πολεοδομική νομοθεσία, ή ο νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών (παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3459/2006 και Ν. 4139/2013)

 Από την άλλη πλευρά οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας θεσπίζουν τους κανόνες για να διασφαλιστεί μία νόμιμη και δίκαιη δίκη με σεβασμό στη βασική αρχή του δικαίου που είναι το τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορουμένου. Συγχρόνως διασφαλίζουν και ρυθμίζουν τη συμμετοχή του θύματος στην ποινική διαδικασία, είτε με τη παράστασή του ως πολιτικού ενάγοντος, είτε ορίζοντας συγκεκριμένα εγκλήματα τα οποία διώκονται μόνο μετά από έγκληση του θύματος. Ομολογουμένως η ποινική δίκη από την προανάκριση μέχρι την  επ’ ακροατηρίω εκδίκαση μιας υπόθεσης είναι μια ιδιαιτέρως «γοητευτική», αλλά παράλληλα απαιτητική διαδικασία. Ο ρόλος του συνηγόρου είναι πολυσχιδής, καθώς οφείλει να διαθέτει ευρύτητα πνεύματος, να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικός κατά την ανάγνωση της ποινικής δικογραφίας και να βρίσκεται σε διαρκή εγρήγορση προκειμένου να δώσει με υπευθυνότητα και βαθιά συναίσθηση του ρόλου του, ορθές κατευθυντήριες γραμμές στον πελάτη του.

Στον Ποινικό Κώδικα και στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ρυθμίζονται επίσης διαδικασίες που συναντάμε κατ΄ εξοχήν στη δικαστηριακή πρακτική, όπως η «συγχώνευση» των ποινών (551 Κ.Π.Δ), η μετατροπή τους σε χρηματικές, η δοσοποίηση τους, ή η μετατροπή τους σε κοινωφελή εργασία (82 Π.Κ.), η αναστολή εκτέλεσης των επιβαλλόμενων ποινών (497 παρ. 7 Κ.Π.Δ.) και η ακύρωση είτε της διαδικασίας (341 Κ.Π.Δ.), είτε της ίδιας της απόφασης (430 Κ.Π.Δ.).

 

×
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

 

Διοικητικό δίκαιο είναι το σύστημα των κανόνων βάσει των οποίων ρυθμίζονται η οργάνωση και η λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης, δηλαδή του συνόλου των δημοσίων υπηρεσιών του κράτους και των νομικών προσώπων εκείνων που διακρίνονται ως φορείς άσκησης δημοσίας εξουσίας, καθώς και τις σχέσεις αυτών προς τους πολίτες και τα διοικητικά όργανα. Στην πράξη η Διοίκηση εκδίδει καθημερινά δεκάδες ατομικές και κανονιστικές διοικητικές πράξεις. Από τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων της διοίκησης παράγονται άμεσα αποτελέσματα που επηρεάζουν τους διοικούμενους, πολλές φορές κατά τρόπο επιβλαβή για τα συμφέροντά τους. Η πρακτική και η εμπειρία δείχνουν ότι η άσκηση εξουσίας από την πλευρά της Διοίκησης γίνεται πολλές φορές είτε κατά παράβαση των νόμων, είτε καθ΄ υπέρβαση της διακριτικής ευχέρειας των οργάνων της, ενώ πολλές φορές εκδίδονται διοικητικές πράξεις που στερούνται αιτιολογίας. Αποτέλεσμα των ανωτέρω είναι χιλιάδες υποθέσεις να εισάγονται κάθε χρόνο στα διοικητικά δικαστήρια με αίτημα είτε την ακύρωση των διοικητικών πράξεων, είτε την έγερση αξιώσεων αποζημίωσης κατά του Δημοσίου. Η πρόσληψη, ο διορισμός, η προαγωγή, η απόλυση, η απονομή σύνταξης στα πλαίσια του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου, η σύναψη συμβάσεων μεταξύ ιδιωτών και του κράτους, η εκτέλεση ενός δημοσίου έργου, η επιβολή ενός προστίμου, οι πάσης φύσεως φορολογικές υποθέσεις, οι αξιώσεις αποζημίωσης κατά του κράτους, η χορήγηση ή η ανάκληση αδειών ίδρυσης και λειτουργίας των καταστημάτων είναι κάποιες από τις υποθέσεις που ρυθμίζονται από το Διοικητικό Δίκαιο και οι σχετικές διαφορές υπάγονται στα Διοικητικά Δικαστήρια .

×
ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

 

Ασφαλιστικό δίκαιο είναι το σύνολο των κανόνων δικαίου που ρυθμίζουν τις σχέσεις των κοινωνικών ή ιδιωτικών φορέων ασφάλισης με τους ασφαλισμένους, αλλά και το καθεστώς λειτουργίας των φορέων αυτών. Ασφάλιση, κατά τη νομική της έννοια, είναι κοινωνία ομοίων κινδύνων, που παρέχει στα μέλη της, με αντάλλαγμα, αυτόνομη αξίωση για κάλυψη οικονομικής ανάγκης. Ιδιωτική ασφάλιση είναι αυτή που ασκείται από ασφαλιστικές επιχειρήσεις και βασίζεται σε σύμβαση. Σύμφωνα με τον νόμο 2496/1997 (Ασφαλιστικός Νόμος) προβλέπεται ότι : «..Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση).

Η ασφάλιση της αστικής ευθύνης έναντι τρίτων από ατυχήματα αυτοκινήτων που κυκλοφορούν στην Ελλάδα είναι υποχρεωτική και προβλέπεται από το νόμο 489/1976 «περί υποχρεωτικής ασφάλισης της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης των οχημάτων», ενώ σχετικά με θέματα αποζημίωσης τρίτων στο άρθρο 10 προβλέπεται ότι «το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ίδια αξίωση κατά του ασφαλιστή». Ενώ το άρθρο 6 του παραπάνω νόμου αναφέρει  ότι ….η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να περιλαμβάνει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξαιτίας θανάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα, στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη ή  ηθική βλάβη…………»

Η κυκλοφορία των αυτοκινήτων στην ελληνική επικράτεια ρυθμίζεται από τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Η παραβίαση του δε, είναι η κύρια αιτία πρόκλησης τροχαίων ατυχημάτων υλικών ζημιών και σωματικών βλαβών σε πεζούς, οδηγούς και επιβάτες.

Η αποζημίωση είτε επί υλικών, είτε επί σωματικών βλαβών ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί αποζημίωσης (914 επ).  Ο ρόλος της αποζημίωσης σ’ ένα τροχαίο ατύχημα είναι ιδιαιτέρως σημαντικός, διότι αποσκοπεί στην αποκατάσταση κάθε βλάβης που έχει υποστεί ένα άτομο. Η βλάβη αυτή μπορεί να είναι, περιουσιακή, ή βλάβη του σώματος, μπορεί να είναι παρούσα  ή και μέλλουσα, μπορεί να είναι θετική ή και αποθετική. Ιδίως στις περιπτώσεις σωματικών βλαβών οι τραυματίες τροχαίων ατυχημάτων χρήζουν ιδιαίτερης φροντίδας, καθώς είναι στις περισσότερες των περιπτώσεων αδύνατο να αυτοεξυπηρετηθούν. Άλλες πάλι φορές δεν μπορούν να εργαστούν για μεγάλο χρονικό διάστημα, γεγονός που μεταφράζεται σε κάθετη πτώση των εισοδημάτων τους. Ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι πολλές φορές ένα τραυματισμός προκαλεί μικρής ή μεγάλης έκτασης αναπηρία, που ανατρέπει την πορεία της ζωής του παθόντα.  Για το λόγο αυτό η άσκηση μίας αγωγής αποζημίωσης απαιτεί γνώση και εμπειρία προκειμένου να επιτευχθεί η πλήρης και εύλογη αποζημίωση κάθε τραυματία.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η αναζήτηση και διεκδίκηση χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης εξαιτίας της πραγματικής, αναπόφευκτης και σοβαρής ταλαιπωρίας που επιφέρει ένα τροχαίο ατύχημα,  ή της ψυχικής οδύνης για τους συγγενείς των θυμάτων που χάνουν τη ζωή τους από ένα θανατηφόρο δυστύχημα.

×
Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά, Ν. 3896/2010

 

Ο Ν. 3869/2010 αποτελεί ένα σημαντικό εργαλείο για την αντιμετώπιση των σύγχρονων προβλημάτων υπερχρέωσης πολιτών που έχουν αποδεδειγμένη μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους. Απευθύνεται σε πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα, δηλαδή δεν είναι έμποροι, και έχουν περιέλθει στην κατάσταση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους χωρίς δόλο. Στα πλαίσια της προστασίας του Ν. 3869/2010, δίνεται η δυνατότητα στα πρόσωπα αυτά να υπαχθούν σε ρύθμιση, να διασφαλίσουν παράλληλα τους ελάχιστους πόρους διαβίωσης των ιδίων και των οικογενειών τους, να διασώσουν την κύρια κατοικία τους και τελικά να έχουν μία δεύτερη ευκαιρία για ένα νέο οικονομικό ξεκίνημα στη ζωή τους.

(Σημ. Σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών, οι οποίες: είτε α) έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης υπαγωγής στο νόμο,  είτε β) προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού, τέλη προς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, είτε γ) προέκυψαν από χορήγηση δανείων από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, όπως ισχύουν (Α’ 151).»)

×
ΔΙΚΑΙΟ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ

 

Δίκαιο αλλοδαπών είναι το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν την νόμιμη είσοδο, παραμονή και εγκατάσταση των αλλοδαπών που εισέρχονται στην ελληνική επικράτεια, θέτοντας όρους και προϋποθέσεις για την χορήγηση αδειών εισόδου και διαμονής σε αυτή. Σύμφωνα με την κρατούσα  άποψη ως αλλοδαπό χαρακτηρίζεται το πρόσωπο εκείνο που έχει άλλη – εκτός της ελληνικής – ιθαγένεια ή που δεν έχει την ιθαγένεια κανενός κράτους (ανιθαγενής).

Η διέλευση των ως άνω προσώπων από τα σύνορα και η διαμονή τους στην ελληνική επικράτεια ρυθμίζονται από τον ισχύοντα Κώδικα Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης που τέθηκε σε ισχύ με τον νόμο 4251/2014, ο οποίος κατήργησε τα περισσότερα άρθρα του νόμου 3386/2005 που επίσης ρύθμιζε τις προϋποθέσεις εισόδου, διαμονής και κοινωνικής ένταξης υπηκόων τρίτων χωρών στην ελληνική επικράτεια.

Πολίτες τρίτων χωρών εφόσον έχουν νόμιμη άδεια εισόδου στην Ελλάδα και πληρούν τις υπόλοιπες προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος, λαμβάνουν άδεια παραμονής. Ο νέος μεταναστευτικός κώδικας κατηγοριοποιεί τις άδειες διαμονής ανάλογα με τον σκοπό και τα δικαιώματα που εξασφαλίζουν στον αλλοδαπό ειδικότερα σε: α) άδεια διαμονής για εργασία και επαγγελματικούς λόγους (π.χ. εργαζόμενοι με εξαρτημένη εργασία – παροχή υπηρεσιών ή έργου) β) άδεια προσωρινής διαμονής (π.χ. εποχιακή εργασία)  γ) άδεια διαμονής για σπουδές, εθελοντική εργασία, έρευνα και επαγγελματική κατάρτιση, δ) άδεια διαμονής για οικογενειακή επανένωση (π.χ. μέλη οικογένειας πολίτη τρίτης χώρας) ε) άδεια διαμονής μακράς διάρκειας (π.χ. άδεια διαμονής επί μακρόν διαμένοντος, άδεια διαμονής δεύτερης γενιάς). Επίσης στον ανωτέρω κώδικα προβλέπεται η χορήγηση αδειών σε πολίτες τρίτων χωρών για ανθρωπιστικούς ή εξαιρετικούς λόγους. Στην κατηγορία των ανθρωπιστικών λόγων υπάγονται επί παραδείγματι τα θύματα εμπορίας ανθρώπων, τα θύματα εγκληματικών πράξεων, οι πάσχοντες αλλοδαποί από σοβαρά προβλήματα υγείας, ανήλικοι φιλοξενούμενοι σε οικοτροφεία κ.λ.π. Στην κατηγορία των εξαιρετικών λόγων υπάγονται οι αλλοδαποί που αποδεδειγμένα έχουν αναπτύξει ισχυρούς δεσμούς με την Ελλάδα.

Από τα άρθρα του νόμου 3386/2005 που δεν καταργήθηκαν αλλά εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται είναι τα 76, 77, 78, 80, 81, 82, 83 που ρυθμίζουν τα ζητήματα της διοικητικής απέλασης του αλλοδαπού που έχει τελέσει ποινικό αδίκημα, ή έχει παραβιάσει τον Νόμο περί αλλοδαπών, ή είναι επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια ή για την δημόσια υγεία. Στα παραπάνω άρθρα προβλέπονται τα μέσα άμυνας του αλλοδαπού τόσο κατά της απόφασης για την κράτηση του μέχρι την εκτέλεση της διοικητικής του απέλασης (αντιρρήσεις), όσο και κατά της ίδιας της διοικητικής απέλασης που του έχει επιβληθεί (προσφυγή, αίτηση αναστολής κ.λ.π). Πέραν της διοικητικής, ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει και τη δικαστική απέλαση για τους αλλοδαπούς που καταδικάστηκαν σε κάθειρξη, επιβάλλοντας παράλληλα απαγόρευση επανεισόδου στη χώρα (αρ. 74 Π.Κ).

Μέρος του δικαίου των αλλοδαπών αποτελούν οι ρυθμίσεις για την αναγνώριση ενός ατόμου ως πρόσφυγα και η χορήγηση ασύλου. Το Άσυλο είναι ένα είδος διεθνούς προστασίας που χορηγεί μια χώρα σε άτομο που έχει φύγει από τη χώρα του διότι φοβάται ότι θα υποστεί δίωξη. Χορηγείται σύμφωνα με όσα προβλέπει η Σύμβαση της Γενεύης του 1951 σχετικά με το Καθεστώς των Προσφύγων. Για να αναγνωριστεί κάποιος ως πρόσφυγας πρέπει να έχει φύγει από τη χώρα του και να μην μπορεί να γυρίσει γιατί υπάρχει βάσιμος φόβος δίωξης.

Τέλος στο δίκαιο των αλλοδαπών εντάσσονται και οι ρυθμίσεις για την χορήγηση από την ελληνική πολιτεία της ελληνικής ιθαγένειας στους αιτούντες αυτήν σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που θέτει η ελληνική νομοθεσία (πολιτογράφηση κ.λ.). 

×
ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ

 

  1. Η χρήση της ιστοσελίδας mplawyers.gr διέπεται από τους παρόντες όρους και προϋποθέσεις, τους οποίους οι χρήστες καλούνται να διαβάσουν προσεκτικά και να συμμορφώνονται με αυτούς. Η χρήση του mplawyers.gr αποτελεί τεκμήριο ότι ο επισκέπτης/ χρήστης έχει μελετήσει, κατανοήσει και αποδεχτεί όλους τους όρους χρήσης. Οι παρόντες όροι χρήσης μπορεί να αναθεωρούνται και να ενημερώνονται οποιαδήποτε στιγμή και χωρίς προειδοποίηση. 
  2. Σκοπός της ιστοσελίδας mplawyers.gr είναι η γνωριμία του κοινού με τις παρεχόμενες υπηρεσίες και τους συνεργάτες του δικηγορικού γραφείου «Χ.ΜΕΜΤΣΑΣ – Δ. ΠΑΛΛΑ». Τα κείμενα που προβάλλονται στην ιστοσελίδα mplawyers.gr απευθύνονται σε μη νομικούς και αποσκοπούν στην συνοπτική παρουσίαση και εξοικείωση των επισκεπτών της ιστοσελίδας με τις παρεχόμενες νομικές υπηρεσίες του γραφείου μας, επί θεμάτων που ανακύπτουν στις καθημερινές συναλλαγές και σχέσεις. Σε καμία περίπτωση, τα εν λόγω κείμενα δεν έχουν χαρακτήρα νομικών συμβουλών και δεν θα πρέπει χρησιμοποιηθούν για αντίστοιχους σκοπούς. Η δε χρήση της ιστοσελίδας δεν δημιουργεί επαγγελματική σχέση με τους Χρήστες. Το Δικηγορικό μας Γραφείο δεν εγγυάται ότι τα περιεχόμενα της ιστοσελίδας θα παρέχονται χωρίς διακοπή και χωρίς σφάλματα και δεν ευθύνεται για οποιασδήποτε μορφής ζημία υποστεί ο χρήστης εξ αυτού του λόγου, εφόσον αυτός προβαίνει με δική του πρωτοβουλία σε χρήση των εν λόγω υπηρεσιών και με τη γνώση των όρων του παρόντος.
  3. Απαγορεύεται ρητά η αναδημοσίευση, αντιγραφή και προβολή του περιεχομένου, εν όλω ή εν μέρει, της ιστοσελίδας mplawyers.gr χωρίς την προηγούμενη ρητή έγγραφη άδεια των διαχειριστών της.
  4. Εφαρμοστέο δίκαιο και δικαιοδοσία: Οι όροι και προϋποθέσεις χρήσης της ιστοσελίδας, καθώς και οποιαδήποτε τροποποίηση, αλλαγή ή αλλοίωσή τους διέπονται και συμπληρώνονται από το ελληνικό δίκαιο. Για οποιαδήποτε διαφορά ανακύψει στα πλαίσια της χρήσης της παρούσης ιστοσελίδας αποκλειστικά αρμόδια ορίζονται τα δικαστήρια των Αθηνών και εφαρμοστέο δίκαιο το ελληνικό.
×